Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
δαμάτειρα
δαμνάω
δάμνημι
δαμώματα
Δαναΐδαι
Δαναΐδες
Δαναοί
δανείζω
δάνειον
δάνεισμα
δανεισμός
δανειστής
δανειστικός
δάνος
δανός
δάος
δαπανάω
δαπάνημα
δαπάνη
δαπανηρός
δᾶ
View word page
δανεισμός
δανεισμός δανείζω money-lending, Plat., etc.: metaph., αἵματος δανεισμός Eur.
ShortDef
money-lending
Debugging
Headword:
δανεισμός
Headword (normalized):
δανεισμός
Headword (normalized/stripped):
δανεισμος
IDX:
7258
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n7262
Key:
daneismo/s
Data
{'content': 'δανεισμός\n δανείζω\n money-lending, Plat., etc.: metaph., αἵματος δανεισμός Eur.', 'key': 'daneismo/s'}