Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
γριπηίς
γρίπων
γρῖφος
γρύζω
γρυλίζω
γρῦλος
γρυπάετος
γρυπός
γρυπότης
γρῦ
γρύψ
γρώνη
γύαια
γύαλον
γύης
γύης2
γυιοβαρής
γυιοβόρος
γυῖον
γυιοπαγής
γυιοπέδη
View word page
γρύψ
γρύψ γρυπός a griffin or dragon, Hdt., Aesch.
ShortDef
a griffin
Debugging
Headword:
γρύψ
Headword (normalized):
γρύψ
Headword (normalized/stripped):
γρυψ
Intro Text:
γρύψ γρυπός a griffin or dragon, Hdt., Aesch.
IDX:
7096
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n7100
Key:
gru/y
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "γρύψ\n γρυπός\n a griffin or dragon, Hdt., Aesch.", "key": "gru/y" }