Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
γλώξ
γλωσσαλγία
γλώσσαλγος
γλῶσσα
γλωσσόκομον
γλωττίς
γλωχίν
γναθμός
γνάθος
γναμπτός
γνάμπτω
γνήσιος
γνόφος
γνύξ
γνῶμα
γνωματεύω
γνώμη
γνωμίδιον
γνωμολογέω
γνωμολογία
γνωμονικός
View word page
γνάμπτω
γνάμπτω to bend; γν. τινα to bend his will, Aesch.
ShortDef
to bend
Debugging
Headword:
γνάμπτω
Headword (normalized):
γνάμπτω
Headword (normalized/stripped):
γναμπτω
Intro Text:
γνάμπτω to bend; γν. τινα to bend his will, Aesch.
IDX:
6978
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n6982
Key:
gna/mptw
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "γνάμπτω\n to bend; γν. τινα to bend his will, Aesch.", "key": "gna/mptw" }