γναμπτός
γναμπτός
γνάμπτω
curved, bent, Hom.
supple, pliant, of the limbs of living men, Hom.
metaph. to be bent, οὔτε νόημα γναμπτὸν ἐνὶ στήθεσσι (of Achilles), Il.
{ "content": "γναμπτός\n γνάμπτω\n curved, bent, Hom.\n supple, pliant, of the limbs of living men, Hom.\n metaph. to be bent, οὔτε νόημα γναμπτὸν ἐνὶ στήθεσσι (of Achilles), Il.", "key": "gnampto/s" }