Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
γεωργία
γεωργικός
γεωργός
γεωρυχέω
γεωρύχος
γεωτόμος
γηγενής
γήδιον
γῆθεν
γηθέω
γηθοσύνη
γηθόσυνος
γήϊνος
γηΐτης
γήλοφος
γημόρος
γηοχέω
γῆ
γήπεδον
γηπετής
γηραιός
View word page
γηθοσύνη
γηθοσύνη γηθέω joy, delight, Il.
ShortDef
joy, delight
Debugging
Headword:
γηθοσύνη
Headword (normalized):
γηθοσύνη
Headword (normalized/stripped):
γηθοσυνη
Intro Text:
γηθοσύνη γηθέω joy, delight, Il.
IDX:
6889
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n6893
Key:
ghqosu/nh
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "γηθοσύνη\n γηθέω\n joy, delight, Il.", "key": "ghqosu/nh" }