γεραρός
γεραρός
γεραίρω
of reverend bearing, majestic, Il.
= γεραιός, Aesch.
γεραροί, οἱ, priests, Aesch.; γεραραί, priestesses, Dem.
{ "content": "γεραρός\n γεραίρω\n of reverend bearing, majestic, Il.\n = γεραιός, Aesch.\n γεραροί, οἱ, priests, Aesch.; γεραραί, priestesses, Dem.", "key": "geraro/s" }