γελωτοποιός
γελωτοποιός
γέλως, ποιέω
exciting laughter: as Subst. a jester, buffoon, Xen.
{ "content": "γελωτοποιός\n γέλως, ποιέω\n exciting laughter: as Subst. a jester, buffoon, Xen.", "key": "gelwtopoio/s" }