Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
γάνυμαι
γάποτος
γαργαλίζω
γάργαρα
γάρ
γαστήρ
γάστρα
γαστρίδιον
γαστρίζω
γαστριμαργία
γαστρίμαργος
γάστρις
γαστροβαρής
γαστροειδής
γαστροφορέω
γαστρώδης
γάστρων
γατόμος
γαυλικός
γαυλός
γαῦλος
View word page
γαστρίμαργος
γαστρίμαργος cf. λαίμαργος gluttonous Pind.
ShortDef
gluttonous
Debugging
Headword:
γαστρίμαργος
Headword (normalized):
γαστρίμαργος
Headword (normalized/stripped):
γαστριμαργος
Intro Text:
γαστρίμαργος cf. λαίμαργος gluttonous Pind.
IDX:
6752
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n6756
Key:
gastri/margos
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "γαστρίμαργος\n cf. λαίμαργος\n gluttonous Pind.", "key": "gastri/margos" }