γαλαθηνός
γαλαθηνός
γάλα, θάω
sucking, young, tender, Od., Theocr.; γαλαθηνά (sc. πρόβατα), Hdt.
{ "content": "γαλαθηνός\n γάλα, θάω\n sucking, young, tender, Od., Theocr.; γαλαθηνά (sc. πρόβατα), Hdt.", "key": "galaqhno/s" }