Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
βούσταθμον
βουστρόφος
βουσφαγέω
βούτης
βούτομον
βουφάγος
βουφονέω
βουφόνια
βουφόνος
βουφορβέω
βουφόρβια
βουφορβός
βούφορτος
βουχανδής
βοώνης
βοῶπις
βοωτέω
βοώτης
βραβεία
βραβεῖον
βραβεύς
View word page
βουφόρβια
βουφόρβια from βουφορβός a herd of oxen, Eur.
ShortDef
a herd of oxen
Debugging
Headword:
βουφόρβια
Headword (normalized):
βουφόρβια
Headword (normalized/stripped):
βουφορβια
IDX:
6535
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n6539
Key:
boufo/rbia
Data
{'content': 'βουφόρβια\n from βουφορβός\n a herd of oxen, Eur.', 'key': 'boufo/rbia'}