βουνόμος
βουνόμος
νέμομαι
cf. βούνομος
ἀγέλαι βουνόμοι (parox.) herds of oxen at pasture, Soph.
{ "content": "βουνόμος\n νέμομαι\n cf. βούνομος\n ἀγέλαι βουνόμοι (parox.) herds of oxen at pasture, Soph.", "key": "bouno/mos" }