Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

βοτόν
βοτρυδόν
βοτρύϊος
βοτρυόδωρος
βοτρυόεις
βοτρυόπαις
βοτρυοχαίτης
βότρυς
βοτρυχώδης
βοτρυώδης
βούβαλις
βούβοτος
βούβρωστις
βουβωνιάω
βουβών
βουγάϊος
βουδόρος
βουθερής
βουθοίνης
βουθυσία
βουθυτέω
View word page
βούβαλις
βούβαλις an African species of antelope, prob. the hartbeeste, Hdt.

ShortDef

antelope

Debugging

Headword:
βούβαλις
Headword (normalized):
βούβαλις
Headword (normalized/stripped):
βουβαλις
IDX:
6455
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n6459
Key:
bou/balis

Data

{'content': 'βούβαλις\n an African species of antelope, prob. the hartbeeste, Hdt.', 'key': 'bou/balis'}