Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἀθλεύω
ἀθλέω
ἄθλημα
ἄθλησις
ἀθλητής
ἄθλιος
ἀθλιότης
ἀθλοθέτης
ἆθλον
ἆθλος
ἀθλοσύνη
ἀθλοφόρος
ἄθολος
ἀθόλωτος
ἀθορύβητος
ἀθόρυβος
ἄθραυστος
ἀθρέω
ἀθρητέον
ἀθροίζω
ἄθροισις
View word page
ἀθλοσύνη
ἀθλοσύνη = ἆθλος, Anth.
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
ἀθλοσύνη
Headword (normalized):
ἀθλοσύνη
Headword (normalized/stripped):
αθλοσυνη
Intro Text:
ἀθλοσύνη = ἆθλος, Anth.
IDX:
645
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n645
Key:
a)qlosu/nh
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "ἀθλοσύνη\n = ἆθλος, Anth.", "key": "a)qlosu/nh" }