βοηλατικός
βοηλατικός
from βοηλάτης
of or for cattle-driving:— ἡ βοηλατική (sc. τέχνη) the herdsmanʼs art, Plat.
{ "content": "βοηλατικός\n from βοηλάτης\n of or for cattle-driving:— ἡ βοηλατική (sc. τέχνη) the herdsmanʼs art, Plat.", "key": "bohlatiko/s" }