βοεικός
βοεικός
= βόειος,
βοῦς
of or for oxen, ζεύγη β. wagons drawn by oxen, Thuc., Xen.
{ "content": "βοεικός\n = βόειος,\n βοῦς\n of or for oxen, ζεύγη β. wagons drawn by oxen, Thuc., Xen.", "key": "boeiko/s" }