Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
βασκαίνω
βασκανία
βάσκανος
βασκάς
βάσκω
βασσάρα
βασσαρικός
βασσάριον
βάσταγμα
βαστάζω
βαστακτός
βάταλος
βατέω
βατηρίς
βατιδοσκόπος
βατίς
βατοδρόπος
βάτος
βάτος2
βατός
βατράχειος
View word page
βαστακτός
βαστακτός verb. adj. of βαστακτός to be borne, Anth.
ShortDef
to be borne
Debugging
Headword:
βαστακτός
Headword (normalized):
βαστακτός
Headword (normalized/stripped):
βαστακτος
Intro Text:
βαστακτός verb. adj. of βαστακτός to be borne, Anth.
IDX:
6194
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n6198
Key:
bastakto/s
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "βαστακτός\n verb. adj. of βαστακτός\n to be borne, Anth.", "key": "bastakto/s" }