βάκτρευμα
βάκτρευμα
from βακτρεύω
a staff, βακτρεύματα ποδός support lent to oneʼs foot, Eur.
{ "content": "βάκτρευμα\n from βακτρεύω\n a staff, βακτρεύματα ποδός support lent to oneʼs foot, Eur.", "key": "ba/ktreuma" }