Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
βαθυσκαφής
βαθύσκιος
βαθύς
βαθύσπορος
βαθύστερνος
βαθύστολμος
βαθύστρωτος
βαθύσχοινος
βαθύτης
βαθύφρων
βαθύφυλλος
βαθυχαίτης
βαθύχθων
βαίνω
βάϊον
βαιός
βάϊς
βαίτη
βακέλας
βακίζω
Βάκις
View word page
βαθύφυλλος
βαθύφυλλος φύλλον thick-leafed, Mosch.
ShortDef
thick-leafed
Debugging
Headword:
βαθύφυλλος
Headword (normalized):
βαθύφυλλος
Headword (normalized/stripped):
βαθυφυλλος
Intro Text:
βαθύφυλλος φύλλον thick-leafed, Mosch.
IDX:
6033
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n6037
Key:
baqu/fullos
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "βαθύφυλλος\n φύλλον\n thick-leafed, Mosch.", "key": "baqu/fullos" }