Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἀφυλίζω
ἄφυλλος
ἀφυπνίζω
ἀφυπνόω
ἀφυσγετός
ἀφύσσω
ἀφώνητος
ἄφωνος
Ἀχαΐα
Ἀχαία
Ἀχαιικός
Ἀχαιΐς
ἀχαΐνης
Ἀχαιός
ἀχάλινος
ἀχαλίνωτος
ἀχάλκεος
ἀχάλκευτος
ἀχαλκέω
ἄχαλκος
ἀχάλκωτος
View word page
Ἀχαιικός
Ἀχαιικός Ἀχαιός of or for the Achaians, Achaian, Aesch., Eur.
ShortDef
of/for the Achaeans
Debugging
Headword:
Ἀχαιικός
Headword (normalized):
ἀχαιικός
Headword (normalized/stripped):
αχαιικος
IDX:
5873
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n5877
Key:
*)axaiiko/s
Data
{'content': 'Ἀχαιικός\n Ἀχαιός\n of or for the Achaians, Achaian, Aesch., Eur.', 'key': '*)axaiiko/s'}