Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
αὐτόπρεμνος
αὐτοπρόσωπος
αὐτόπτης
αὐτοπώλης
αὐτοπωλικός
αὐτόρριζος
αὐτόρρυτος
αὐτόσε
αὐτοσίδηρος
αὐτός
αὐτόσσυτος
αὐτοσταδίη
αὐτόστολος
αὐτόστονος
αὐτοσφαγής
αὐτοσχεδιάζω
αὐτοσχεδίασμα
αὐτοσχεδιαστής
αὐτοσχέδιος
αὐτοσχεδόν
αὐτοτέλεστος
View word page
αὐτόσσυτος
αὐτόσσυτος σεύομαι self-sped, Aesch.
ShortDef
self-sped
Debugging
Headword:
αὐτόσσυτος
Headword (normalized):
αὐτόσσυτος
Headword (normalized/stripped):
αυτοσσυτος
Intro Text:
αὐτόσσυτος σεύομαι self-sped, Aesch.
IDX:
5660
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n5663
Key:
au)to/ssutos
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "αὐτόσσυτος\n σεύομαι\n self-sped, Aesch.", "key": "au)to/ssutos" }