Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
αὐτοέντης
αὐτοετεί
αὐτοετής
Αὐτοθαΐς
αὐτοθελεί
αὐτοθελής
αὐτόθεν
αὐτόθι
αὐτοκάβδαλος
αὐτοκασιγνήτη
αὐτοκασίγνητος
αὐτοκατάκριτος
αὐτοκέλευθος
αὐτοκέλευστος
αὐτοκελής
αὐτόκλαδος
αὐτόκλητος
αὐτόκομος
αὐτοκρατής
αὐτοκρατορικός
αὐτοκράτωρ
View word page
αὐτοκασίγνητος
αὐτοκασίγνητος an own brother, Il., etc.
ShortDef
an own brother
Debugging
Headword:
αὐτοκασίγνητος
Headword (normalized):
αὐτοκασίγνητος
Headword (normalized/stripped):
αυτοκασιγνητος
IDX:
5608
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n5611
Key:
au)tokasi/gnhtos
Data
{'content': 'αὐτοκασίγνητος\n an own brother, Il., etc.', 'key': 'au)tokasi/gnhtos'}