Ἀττικωνικός
Ἀττικωνικός
a comic alteration of Ἀττικός, after the form of Λακονικός, Ar.
{ "content": "Ἀττικωνικός\n a comic alteration of Ἀττικός, after the form of Λακονικός, Ar.", "key": "*)attikwniko/s" }