ἀσυλλόγιστος
ἀσυλλόγιστος
συλλογίζομαι
not reasoning justly:— adv., -τως, ἀσυλλογίστως ἔχειν τινός to be unable to reason about a thing, Plut.
{ "content": "ἀσυλλόγιστος\n συλλογίζομαι\n not reasoning justly:— adv., -τως, ἀσυλλογίστως ἔχειν τινός to be unable to reason about a thing, Plut.", "key": "a)sullo/gistos" }