ἀστοχέω
ἀστοχέω
from ἄστοχος
to miss the mark, to miss, fail, τινος or περί τινος Polyb.; περί τι NTest.
{ "content": "ἀστοχέω\n from ἄστοχος\n to miss the mark, to miss, fail, τινος or περί τινος Polyb.; περί τι NTest.", "key": "a)stoxe/w" }