ἄστοργος
ἄστοργος
στοργή
without natural affection, Aeschin.; ὥστοργος (i. e. ὁ ἄστ.) the heartless one, Theocr.
{ "content": "ἄστοργος\n στοργή\n without natural affection, Aeschin.; ὥστοργος (i. e. ὁ ἄστ.) the heartless one, Theocr.", "key": "a)/storgos" }