Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἀείμνηστος
ἀείνηστις
ἀειπάρθενος
ἀεί
ἀείρυτος
ἀείρω
ἄεισμα
ἀειφλεγής
ἀείφρουρος
ἀειφυγία
ἀειχρόνιος
ἀεκαζόμενος
ἀεκήλιος
ἀέκητι
ἀεκούσιος
ἀέκων
ἀελλαῖος
ἄελλα
ἀελλάς
ἀελλής
ἀελλομάχος
View word page
ἀειχρόνιος
ἀειχρόνιος everlasting, Anth.
ShortDef
everlasting
Debugging
Headword:
ἀειχρόνιος
Headword (normalized):
ἀειχρόνιος
Headword (normalized/stripped):
αειχρονιος
Intro Text:
ἀειχρόνιος everlasting, Anth.
IDX:
510
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n510
Key:
a)eixro/nios
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "ἀειχρόνιος\n everlasting, Anth.", "key": "a)eixro/nios" }