Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἀρτίτοκος
ἀρτιτρεφής
ἀρτίτροπος
ἀρτίφρων
ἀρτιφυής
ἀρτιχανής
ἀρτίχνους
ἀρτίχριστος
ἀρτοκόπος
ἀρτολάγυνος
ἀρτοποιΐα
ἀρτοποιός
ἀρτοπώλιον
ἀρτόπωλις
ἀρτοσιτέω
ἄρτος
ἀρτοφαγέω
ἀρτοφάγος
ἄρτυμα
ἀρτύνας
ἀρτύνω
View word page
ἀρτοποιΐα
ἀρτοποιΐα from ἀρτοποιός a baking, Xen.
ShortDef
a baking
Debugging
Headword:
ἀρτοποιΐα
Headword (normalized):
ἀρτοποιΐα
Headword (normalized/stripped):
αρτοποιια
IDX:
5007
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n5010
Key:
a)rtopoii/+a
Data
{'content': 'ἀρτοποιΐα\n from ἀρτοποιός\n a baking, Xen.', 'key': 'a)rtopoii/+a'}