ἀρτίκολλος
ἀρτίκολλος
κόλλα
close-glued, clinging close to, ἀρτίκολλος ὥστε τέκτονος χιτών ἀρτίως κολληθεὶς ὡς ὑπὸ τέκτονος, Soph.
metaph. fitting well together, ἀρτ. συμβαίνει turns out exactly right, Aesch.; ἀρτίκολλόν τι μαθεῖν to hear it in the nick of time, opportunely, Aesch.
Headword (normalized):
ἀρτίκολλος
Headword (normalized/stripped):
αρτικολλος
Intro Text:
ἀρτίκολλος
κόλλα
close-glued, clinging close to, ἀρτίκολλος ὥστε τέκτονος χιτών ἀρτίως κολληθεὶς ὡς ὑπὸ τέκτονος, Soph.
metaph. fitting well together, ἀρτ. συμβαίνει turns out exactly right, Aesch.; ἀρτίκολλόν τι μαθεῖν to hear it in the nick of time, opportunely, Aesch.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n4987
No citations.
{
"content": "ἀρτίκολλος\n κόλλα\n close-glued, clinging close to, ἀρτίκολλος ὥστε τέκτονος χιτών ἀρτίως κολληθεὶς ὡς ὑπὸ τέκτονος, Soph.\n metaph. fitting well together, ἀρτ. συμβαίνει turns out exactly right, Aesch.; ἀρτίκολλόν τι μαθεῖν to hear it in the nick of time, opportunely, Aesch.",
"key": "a)rti/kollos"
}