Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἁρπάγιμος
ἁρπαγμός
ἁρπάζω
ἁρπακτήρ
ἁρπακτικός
ἁρπακτός
ἁρπαλέος
ἁρπαλίζω
ἁρπάξανδρος
ἅρπαξ
ἅρπασμα
ἁρπαστός
ἁρπεδόνη
ἅρπη
Ἅρπυιαι
ἀρραβών
ἄρρατος
ἄρραφος
ἄρρεκτος
ἀρρενικός
ἀρρενόπαις
View word page
ἅρπασμα
ἅρπασμα robbery, Plat.
ShortDef
robbery
Debugging
Headword:
ἅρπασμα
Headword (normalized):
ἅρπασμα
Headword (normalized/stripped):
αρπασμα
Intro Text:
ἅρπασμα robbery, Plat.
IDX:
4916
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n4919
Key:
a(/rpasma
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "ἅρπασμα\n robbery, Plat.", "key": "a(/rpasma" }