Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἁρπαγή
ἁρπάγιμος
ἁρπαγμός
ἁρπάζω
ἁρπακτήρ
ἁρπακτικός
ἁρπακτός
ἁρπαλέος
ἁρπαλίζω
ἁρπάξανδρος
ἅρπαξ
ἅρπασμα
ἁρπαστός
ἁρπεδόνη
ἅρπη
Ἅρπυιαι
ἀρραβών
ἄρρατος
ἄρραφος
ἄρρεκτος
ἀρρενικός
View word page
ἅρπαξ
ἅρπαξ ἁρπάζω rapacious, Lat. rapax, Ar., Xen. as Subst., ἅρπαξ, rapine, Hes. ἅρπαξ, a robber, plunderer, Ar.
ShortDef
(m) robber, grappling-iron; (f) robbing, grabbing
Debugging
Headword:
ἅρπαξ
Headword (normalized):
ἅρπαξ
Headword (normalized/stripped):
αρπαξ
IDX:
4915
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n4918
Key:
a(/rpac
Data
{'content': 'ἅρπαξ\n ἁρπάζω\n rapacious, Lat. rapax, Ar., Xen.\n as Subst.,\n ἅρπαξ, rapine, Hes.\n ἅρπαξ, a robber, plunderer, Ar.', 'key': 'a(/rpac'}