Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

ἁρμάμαξα
ἅρμα
ἁρμάτειος
ἁρματεύω
ἁρματηλασία
ἁρματηλατέω
ἁρματηλάτης
ἁρματήλατος
ἁρματοδρομία
ἁρματόκτυπος
ἁρματοπηγός
ἁρματοτροφέω
ἁρματοτροφία
ἁρματοτροχιά
ἁρματωλία
ἄρμενα
ἁρμόδιος
ἁρμόζω
ἁρμοῖ
ἁρμολογέω
ἁρμονία
View word page
ἁρματοπηγός
ἁρματοπηγός πήγνυμι building chariots: ἁρμ. ἀνήρ a wheelwright, chariot-maker, Il.

ShortDef

a wheelwright, chariot-maker

Debugging

Headword:
ἁρματοπηγός
Headword (normalized):
ἁρματοπηγός
Headword (normalized/stripped):
αρματοπηγος
IDX:
4858
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n4861
Key:
a(rmatophgo/s

Data

{'content': 'ἁρματοπηγός\n πήγνυμι\n building chariots: ἁρμ. ἀνήρ a wheelwright, chariot-maker, Il.', 'key': 'a(rmatophgo/s'}