ἀργυραμοιβικός
ἀργυραμοιβικός
ἀργυραμοιβός
of or for a money-changer, money-changing, Luc.:—adv. -κῶς, Luc.
{ "content": "ἀργυραμοιβικός\n ἀργυραμοιβός\n of or for a money-changer, money-changing, Luc.:—adv. -κῶς, Luc.", "key": "a)rguramoibiko/s" }