ἁβροδίαιτος
ἁβροδίαιτος
δίαιτα
living delicately, Aesch.; τὸ ἁβροδίαιτον effeminacy, Thuc.
{ "content": "ἁβροδίαιτος\n δίαιτα\n living delicately, Aesch.; τὸ ἁβροδίαιτον effeminacy, Thuc.", "key": "a(brodi/aitos" }