ἀποχρήματος
ἀποχρήματος
= ἀχρήματος
ζημία ἀποχρ. a penalty but not of money, Aesch.
{ "content": "ἀποχρήματος\n = ἀχρήματος\n ζημία ἀποχρ. a penalty but not of money, Aesch.", "key": "a)poxrh/matos" }