ἀποφευκτικός
ἀποφευκτικός
ἀποφεύγω
useful in escaping: τὰ ἀπ. means of acquittal, Xen.
{ "content": "ἀποφευκτικός\n ἀποφεύγω\n useful in escaping: τὰ ἀπ. means of acquittal, Xen.", "key": "a)pofeuktiko/s" }