Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἄδιψος
ἀδμής
ἄδμητος
ἀδόκητος
ἀδοκίμαστος
ἀδόκιμος
ἀδολεσχέω
ἀδολέσχης
ἀδολεσχία
ἄδολος
ἀδόνητος
ἀδόξαστος
ἀδοξέω
ἀδοξία
ἄδοξος
ἅδος
ἄδοτος
ἄδουλος
ἀδούπητος
ἀδρανής
Ἀδράστεια
View word page
ἀδόνητος
ἀδόνητος δονέω unshaken, Anth.
ShortDef
unshaken
Debugging
Headword:
ἀδόνητος
Headword (normalized):
ἀδόνητος
Headword (normalized/stripped):
αδονητος
Intro Text:
ἀδόνητος δονέω unshaken, Anth.
IDX:
452
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n452
Key:
a)do/nhtos
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "ἀδόνητος\n δονέω\n unshaken, Anth.", "key": "a)do/nhtos" }