Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἀδιήγητος
ἀδίκαστος
ἀδικέω
ἀδίκημα
ἀδικητέον
ἀδικία
ἀδίκιον
ἄδικος
ἀδινός
ἀδιόρθωτος
ἀδίστακτος
ἄδιψος
ἀδμής
ἄδμητος
ἀδόκητος
ἀδοκίμαστος
ἀδόκιμος
ἀδολεσχέω
ἀδολέσχης
ἀδολεσχία
ἄδολος
View word page
ἀδίστακτος
ἀδίστακτος διστάζω not doubted; adv. -τως, Anth.
ShortDef
not doubted
Debugging
Headword:
ἀδίστακτος
Headword (normalized):
ἀδίστακτος
Headword (normalized/stripped):
αδιστακτος
Intro Text:
ἀδίστακτος διστάζω not doubted; adv. -τως, Anth.
IDX:
441
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n441
Key:
a)di/staktos
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "ἀδίστακτος\n διστάζω\n not doubted; adv. -τως, Anth.", "key": "a)di/staktos" }