ἀποπίπτω
ἀποπίπτω
to fall off from, ἐκ or ἀπό τινος Od., Hdt.; τινός Hdt.; absol. to fall off, Il.
{ "content": "ἀποπίπτω\n to fall off from, ἐκ or ἀπό τινος Od., Hdt.; τινός Hdt.; absol. to fall off, Il.", "key": "a)popi/ptw" }