ἀδίαντος
ἀδίαντος
διαίνω
unwetted, Simon.
ἀδίαντον, τό, a plant, maiden-hair, Theocr.
{ "content": "ἀδίαντος\n διαίνω\n unwetted, Simon.\n ἀδίαντον, τό, a plant, maiden-hair, Theocr.", "key": "a)di/antos" }