Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἀποδέω
ἀποδημέω
ἀποδημητής
ἀποδημητικός
ἀποδημία
ἀπόδημος
ἀποδιαιτάω
ἀποδιατρίβω
ἀποδιδράσκω
ἀποδίδωμι
ἀποδικεῖν
ἀποδικέω
ἀποδινέω
ἀποδίομαι
ἀποδιοπομπέομαι
ἀποδιορίζω
ἀποδιώκω
ἀποδοκεῖ
ἀποδοκιμάζω
ἀποδοκιμαστέος
ἀποδοκιμάω
View word page
ἀποδικεῖν
ἀποδικεῖν inf. of ἀπέδικον, aor2 with no pres. in use. to throw off or away, Aesch., Eur.
ShortDef
to throw off
Debugging
Headword:
ἀποδικεῖν
Headword (normalized):
ἀποδικεῖν
Headword (normalized/stripped):
αποδικειν
IDX:
4010
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n4011
Key:
a)podikei=n
Data
{'content': 'ἀποδικεῖν\n inf. of ἀπέδικον, aor2 with no pres. in use.\n to throw off or away, Aesch., Eur.', 'key': 'a)podikei=n'}