Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἀπέρχομαι
ἀπερωεύς
ἀπερωέω
ἀπέρωτος
ἀπεσθίω
ἀπεσσούα
ἀπεστώ
ἀπέτηλος
ἀπευθής
ἀπευθύνω
ἀπευκτός
ἀπευνάζω
ἀπεύχετος
ἀπεύχομαι
ἄπεφθος
ἀπεχθαίρω
ἀπεχθάνομαι
ἀπέχθεια
ἀπέχθημα
ἀπεχθής
ἀπέχθομαι
View word page
ἀπευκτός
ἀπευκτός to be deprecated, abominable, Aesch.
ShortDef
to be deprecated, abominable
Debugging
Headword:
ἀπευκτός
Headword (normalized):
ἀπευκτός
Headword (normalized/stripped):
απευκτος
IDX:
3861
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n3862
Key:
a)peukto/s
Data
{'content': 'ἀπευκτός\n to be deprecated, abominable, Aesch.', 'key': 'a)peukto/s'}