ἀπερίσκεπτος
ἀπερίσκεπτος
περισκέπτομαι
inconsiderate, thoughtless, Thuc. adv. -τως; comp. -ότερον, Thuc.
{ "content": "ἀπερίσκεπτος\n περισκέπτομαι\n inconsiderate, thoughtless, Thuc. adv. -τως; comp. -ότερον, Thuc.", "key": "a)peri/skeptos" }