ἀπερίοπτος
ἀπερίοπτος
περιόψομαι, fut. of περιοράω
unregarding, reckless of, πάντων Thuc.
{ "content": "ἀπερίοπτος\n περιόψομαι, fut. of περιοράω\n unregarding, reckless of, πάντων Thuc.", "key": "a)peri/optos" }