ἀδάπανος
ἀδάπανος
δαπάνη
without expense, costing nothing, γλυκέα κἀδάπανα (crasis for καὶ ἀδάπανα) Ar.:— adv., ἀδαπάνως τέρψαι φρένα Eur.
{ "content": "ἀδάπανος\n δαπάνη\n without expense, costing nothing, γλυκέα κἀδάπανα (crasis for καὶ ἀδάπανα) Ar.:— adv., ἀδαπάνως τέρψαι φρένα Eur.", "key": "a)da/panos" }