ἀπατήλιος
ἀπατήλιος
from ἀπάτη
guileful, wily, ἀπατήλια εἰδώς skilled in wiles, Od.; ἀπ. βάζειν Od.
{ "content": "ἀπατήλιος\n from ἀπάτη\n guileful, wily, ἀπατήλια εἰδώς skilled in wiles, Od.; ἀπ. βάζειν Od.", "key": "a)path/lios" }