Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἀπαράβατος
ἀπαραίτητος
ἀπαρακάλυπτος
ἀπαράκλητος
ἀπαράλλακτος
ἀπαραμύθητος
ἀπαράμυθος
ἀπαρασκεύαστος
ἀπαράσκευος
ἀπαράσσω
ἄπαργμα
ἀπαρέσκω
ἀπαρηγόρητος
ἀπαρθένευτος
ἀπάρθενος
ἀπαριθμέω
ἀπαρίθμησις
ἀπαρκέω
ἀπαρνέομαι
ἄπαρνος
ἀπαρρησίαστος
View word page
ἄπαργμα
ἄπαργμα = ἀπαρχή, mostly in pl., Ar.
ShortDef
firstlings for sacrifice or offering, first-fruits
Debugging
Headword:
ἄπαργμα
Headword (normalized):
ἄπαργμα
Headword (normalized/stripped):
απαργμα
Intro Text:
ἄπαργμα = ἀπαρχή, mostly in pl., Ar.
IDX:
3707
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n3708
Key:
a)/pargma
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "ἄπαργμα\n = ἀπαρχή, mostly in pl., Ar.", "key": "a)/pargma" }