ἀπαραμύθητος
ἀπαραμύθητος
παραμυθέομαι
not to be persuaded, inconsolable, ἀθυμία Plut.
{ "content": "ἀπαραμύθητος\n παραμυθέομαι\n not to be persuaded, inconsolable, ἀθυμία Plut.", "key": "a)paramu/qhtos" }