Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ὡρακιάω
ὥρα
ὤρα
ὥρασι
ὠρείτροφος
ὠρεσίδουπος
ὡρεσιδώτης
ὠρεύω
ὡρηφόρος
ὡρικός
ὥριμος
ὥριος
Ὠρίων
ὡροθετέω
ὡροθέτης
ὡρόμαντις
ὡρονομέω
ὧρος
ὦρος
ὠρυγή
ὠρυθμός
View word page
ὥριμος
ὥριμος ὥρῐμος, ον, poetic for ὡραῖος ripe, Anth.
ShortDef
ripe
Debugging
Headword:
ὥριμος
Headword (normalized):
ὥριμος
Headword (normalized/stripped):
ωριμος
Intro Text:
ὥριμος ὥρῐμος, ον, poetic for ὡραῖος ripe, Anth.
IDX:
36408
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n36449
Key:
w(/rimos
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "ὥριμος\n ὥρῐμος, ον,\n poetic for ὡραῖος\n ripe, Anth.", "key": "w(/rimos" }