ὠρεσίδουπος
ὠρεσίδουπος
ὠρεσί-δουπος, ον,
poetic for ὀρεσίδουπος
making a din on the mountains, Anth.
{ "content": "ὠρεσίδουπος\n ὠρεσί-δουπος, ον,\n poetic for ὀρεσίδουπος\n making a din on the mountains, Anth.", "key": "w)resi/doupos" }