ὠμοκρατής
ὠμοκρατής
ὠμο-κρᾰτής, ές
ὠμός
of rude untamed might, or (ὦμος) strong-shouldered, Soph.
{ "content": "ὠμοκρατής\n ὠμο-κρᾰτής, ές\n ὠμός\n of rude untamed might, or (ὦμος) strong-shouldered, Soph.", "key": "w)mokrath/s" }